Home » Παρουσιάσεις

Άτυπα μυκοβακτηρίδια, μέρος 1ο (παλιό υλικό)

Submitted by on September 21, 2009 – 1:04 pmNo Comment
Άτυπα μυκοβακτηρίδια, μέρος 1ο (παλιό υλικό)

Το σημερινό θέμα αποτελεί κομμάτι της διπλωματικής μου στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών “Εφαρμοσμένη Δημόσια Υγεία και Περιβαλλοντική Υγιεινή” της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Το θέμα της αφορά την ανίχνευση άτυπων μυκοβακτηριδίων σε νερό ύδρευσης, κλινικών, σχολείων, βρεφονηπιοκομικών σταθμών και κολυμβητικών δεξαμενών, το οποίο αποτελεί μείζον θέμα Δημόσιας Υγείας. Στο πρώτο μέρος θα ασχοληθώ με εισαγωγικές έννοιες των άτυπων μυκοβακτηριδίων.

Η αξιολόγηση της κλινικής εικόνας που προκαλούν τα άτυπα μυκοβακτηρίδια (nontuberculous mycobacteria,NTM) έγινε μετά το 1950, αν και η ανακάλυψή τους έγινε σχετικά νωρίς μετά από την ανακάλυψη του Μ. tuberculosis από τον Koch, όταν ταξινομήθηκαν ως «άτυπα μυκοβακτηρίδια» με βάση τα in vitro χαρακτηριστικά τους. Πρώτος ο Pinner, το 1935, χρησιμοποίησε τον όρο άτυπα μυκοβακτηρίδια, ενώ από τότε τους αποδόθηκαν και άλλες ονομασίες, όπως “μυκοβακτηρίδια διαφορετικά της φυματίωσης” (mycobacteria other than tuberculosis, MOTT) και “αταξινόμητα” (unclassified), αλλά και «περιβαλλοντικά μυκοβακτηρίδια» (environmental mycobacteria, EM). Ο Cruz, το 1938, απομόνωσε στο Rio de Janeiro το M.fortuitum από ασθενή και ακολούθησε ο Handuroy, που ταυτοποίησε το M. kansasii. Οι Linell και Morden το 1954 απομόνωσαν το M. marinum και το 1957 οι Chapman etal, οι Wolinsky, Rynearson, Kiewiet και Thompson απομόνωσαν άτυπα μυκοβακτηρίδια από υγιείς ανθρώπους, ζώα, πισίνες και χώμα.

Τα μυκοβακτηρίδια είναι λεπτά, ασπορογόνα, ακίνητα, αερόβια, Gram θετικά βακτηρίδια, που έχουν ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που τα διαχωρίζει από άλλα συγγενή βακτηρίδια. Έχουν πολλά λιπίδια στο κυτταρικό τους τοίχωμα και στο κυτταρόπλασμα. Η δομή του κυτταρικού τους τοιχώματος είναι ασυνήθης. Περιέχει Ν-ακετυλμουραμικό οξύ πλούσιο σε μόρια άνθρακος. Είναι πλούσιο σε λιπίδια που καθιστούν την επιφάνεια του μικροβίου υδρόφοβη, τόσο πολύ ώστε είναι αδιαπέραστη από τις υδατοδιαλυτές χρωστικές της ανιλίνης που χρησιμοποιούνται στη χρώση των μικροβίων. Μόνο αν θερμανθεί το μικροβιακό κύτταρο εισέρχονται χρωστικές όπως η φουξίνη στο κυτταρόπλασμα αλλά το μικρόβιο πλέον δεν αποχρωματίζεται ούτε με ισχυρά οξέα όπως 3% ή θειικό οξύ, πολλά δε ούτε με το οινόπνευμα. Στην ιδιότητα αυτή, του μη αποχρωματισμού με οξέα οφείλεται η ονομασία των μυκοβακτηριδίων σαν οξυάντοχων, αλκοολάντοχων βακτηρίων. Τα άτυπα μυκοβακτηρίδια είναι οξεάντοχοι μικροοργανισμοί, με διαφορετική όμως βιολογική συμπεριφορά και μικρότερη λοιμογόνο δύναμη συγκριτικά με το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης (ΜΦ). Μέχρι τώρα, έχουν αναγνωριστεί 91 είδη άτυπων μυκοβακτηριδίων, αλλά παρά τη συνεχή ταυτοποίηση των νέων ειδών, το 30% που εντοπίζεται στο νερό, το έδαφος και τον αέρα δεν έχει ακόμη ταυτοποιηθεί. Τα είδη αυτά διαχωρίστηκαν, ταξινομήθηκαν σε ομάδες βάσει διαφόρων βιολογικών τους ιδιοτήτων, όπως βάσει των διατροφικών απαιτήσεων και του ρυθμού ανάπτυξης (βραδείας-ταχείας), της ευνοϊκής θερμοκρασίας αναπτύξεως, του χρώματος των αποικιών κατά την επώαση τους στο φως ή στο σκότος (φωτοχρωμογόνα, σκοτοχρωμογόνα), της παθογόνου δράσεως σε ζώα, ανθρώπους και πειραματόζωα. Ακόμα βάσει ιδιαιτέρων βιοχημικών ιδιοτήτων. Από όλες αυτές τις ταξινομήσεις σήμερα η γενικά παραδεκτή είναι αυτή των βραδέως και ταχείας αναπτύξεως.

Το είδος των νοσημάτων και η συχνότητα εμφανίσεώς τους, εκτός από τις λοιμώξεις από M. tuberculosis (ΜΦ), αυξήθηκαν καθώς αυξήθηκε ο αριθμός των ανοσοκατασταλμένων ασθενών και διαμορφώθηκαν νέες μέθοδοι ανιχνεύσεως και ταυτοποιήσεως των μυκοβακτηριδίων στα νοσοκομειακά μικροβιολογικά εργαστήρια. Η θεραπεία των ασθενών με άτυπη φυματίωση απαιτεί εξατομίκευση, κάτι που εξαρτάται από το είδος των άτυπων μυκοβακτηριδίων, το σημείο και τη σοβαρότητα της λοίμωξης, τις υποκείμενες νόσους, τις δοκιμασίες ευαισθησίας, καθώς επίσης τη γενική κατάσταση του οργανισμού που έχει προσβληθεί. Όμως, το κόστος της θεραπείας, οι ανεπιθύμητες ενέργειες, η ανάγκη παρατεταμένης θεραπείας και οι συχνές αναζωπυρώσεις επηρεάζουν την έκβαση της νόσου.

Η κύρια πηγή μόλυνσης από τα άτυπα μυκοβακτηρίδια είναι το περιβάλλον, δηλαδή το νερό, το χώμα και η σκόνη. Το νερό είναι επίσης πιθανή πηγή μόλυνσης πολλών άλλων αναγνωρισμένων άτυπων μυκοβακτηριδίων, περιλαμβανομένων των M. marinum, M. kansasii, M. xenopi, M.simiae. Tα ταχέως αναπτυσσόμενα μυκοβακτηρίδια, όπως τα M. fortuitum, M. chelonae, M. abscessus, συχνά απομονώνονται από το έδαφος και τις φυσικές υδάτινες πηγές και είναι αυτά που συνδέονται με υποκείμενη νόσο, οι πηγές της οποίας είναι το νερό της βρύσης, το νερό διύλισης και ο πάγος που παρασκευάζεται από αυτό. Το M. Xenopi είναι υποχρεωτικά θερμόφιλο και εντοπίζεται στο ζεστό πόσιμο νερό. To Μ. malmoense έχει αναδειχθεί ως ένα από τα κύρια παθογόνα στη Βόρεια Ευρώπη και έχει ανευρεθεί και αυτό σε υδάτινες πηγές της Φινλανδίας, στο έδαφος του Ζαΐρ και στην Ιαπωνία, ενώ το Μ. simiae σε χώρες όπως το Ισραήλ, η Κούβα και η νοτιοδυτική Αμερική. Πολλά ακόμη πρέπει να διευκρινιστούν σχετικά με την παθογένεση της μόλυνσης και της νόσου που προκαλείται από τα άτυπα μυκοβακτηρίδια. Επιδημιολογικές και πρόσφατες μελέτες με τη μέθοδο του DNA-αποτυπώματος (DNA-fingerprint) καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο είναι σπάνια. Οι κύριες κλινικές μορφές της νόσου είναι η πνευμονική νόσος, η λεμφαδενίτιδα, η νόσος του δέρματος και των μαλακών μορίων και η γενικευμένη νόσος. Οι προδιαθεσικοί παράγοντες για εμφάνιση νόσου είναι η μεγάλη ηλικία, το περιβάλλον όπως οι παραλίες, το θερμό κλίμα, οι αγροτικές περιοχές, σιλίκωση πνευμονοκονίαση, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, βρογχεκτασίες, ακτινολογικές αλλοιώσεις προηγούμενης φυματίωσης, HIV-νόσος, κακοήθεια, σακχαρώδης διαβήτης, κατάχρηση οινοπνεύματος.

Έχουν αναγνωριστεί πολλά είδη άτυπων μυκοβακτηριδίων, από τα οποία άλλα είναι παθογόνα και άλλα όχι για τον άνθρωπο.

Για το λόγο αυτόν έχουν διεξαχθεί και συνεχώς διεξάγονται μελέτες για τον προσδιορισμό της επιδημιολογίας τους αλλά και της κλινικής εικόνας και των θεραπευτικών προσεγγίσεων.

Παρακάτω χάρτης που απεικονίζει την διασπορά.

photo mycobacterium

Με βάση όλα τα παραπάνω, είναι σαφές ότι οι λοιμώξεις από άτυπα μυκοβακτηρίδια παραμένουν μια πρόκληση για τους εργαστηριακούς βιοεπιστήμονες και τους κλινικούς γιατρούς, που καλούνται να τα απομονώσουν με τις νέες εργαστηριακές μεθόδους, ενώ παράλληλα να διαφοροδιαγνώσουν την πραγματική λοίμωξη από τον αποικισμό. Νέες προοπτικές μελέτες αναμένονται να σχεδιαστούν, οι οποίες θα αφορούν στα νέα φάρμακα και θα συμπεριλαμβάνουν διαφορετικά θεραπευτικά σχήματα, με σκοπό την εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με τη διάρκεια της θεραπείας, το ποσοστό επιτυχίας τους, αλλά και το ποσοστό υποτροπών των λοιμώξεων από τα άτυπα μυκοβακτηρίδια. Τέλος, πρέπει να πραγματοποιηθούν περισσότερες μελέτες σχετικά με την παθογένεση της άτυπης λοίμωξης, την κατανόηση της δράσης τους στον ανθρώπινο οργανισμό και επομένως, την ανάλογη θεραπεία από τον κλινικό ιατρό.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Ηλεκτρονικές Πηγές

Αν σας φάνηκε το παραπάνω θέμα ενδιαφέρον δείτε το παρακάτω βίντεο, διάρκειας 45′, της Pamela Small, Ph.D., Professor, Department of Microbiology, University of Tennessee, Knoxville, με θέμα “Transmission of Mycobacterium Ulcerans: Environment, Ecology and Human Behaviour

Ps: Σε επόμενη ανάρτησή μας θα ασχοληθούμε με τον σκοπό και τους στόχους της μελέτης, όπως και με τα υλικά και τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν.

Share this...
Share on Facebook
Facebook
Email this to someone
email

Leave a comment!

Add your comment below, or trackback from your own site. You can also subscribe to these comments via RSS.

Be nice. Keep it clean. Stay on topic. No spam.

You can use these tags:
<a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <s> <strike> <strong>

This is a Gravatar-enabled weblog. To get your own globally-recognized-avatar, please register at Gravatar.